Υπερδανεισμός και έλλειψη ρευστότητας ναρκοθετούν την αγροτική δραστηριότητα

Με τη ρευστότητα στο ναδίρ δείχνει να λειτουργεί τον τελευταίο καιρό η συντριπτική πλειοψηφία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, στοιχείο που αποτυπώνεται στην πλημμελή τήρηση των κανόνων καλλιεργητικής φροντίδας ή σίτισης, όταν πρόκειται για ζωικό κεφάλαιο, κυρίως όμως στον προγραμματισμό των απαραίτητων επενδύσεων ώστε να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και η αξία προϊόντος των αντίστοιχων μονάδων. 

Η δημοσιογραφική έρευνα του Agronews επί του θέματος δείχνει επιδείνωση της δανειοληπτικής θέσης των αγροτών, διεύρυνση των υποχρεώσεών τους σε ευρύ φάσμα πιστωτών και δυσκολία πρόσβασης σε «φρέσκο χρήμα». Ακόμα και επιχειρήσεις, οι οποίες θεωρούνται υγιείς και δυναμικές και θα μπορούσαν, κάτω από διαφορετικές συνθήκες να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος της ελληνικής γεωργίας, σήμερα δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την αναπτυξιακή διαδικασία.

Οι πληροφορίες θέλουν τα ταμειακά διαθέσιμα των αγροτικών μονάδων να έχουν συρρικνωθεί περαιτέρω εξαιτίας των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες, ωστόσο θα ήταν λάθος τα προβλήματα ρευστότητας να συνδεθούν αποκλειστικά με τις αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο για τη φορολογία. Η οικονομική στενότητα προηγήθηκε των μέτρων, εντοπίζεται πολύ νωρίτερα και είναι η δεύτερη φορά την τελευταία 10ετία που παίρνει απειλητικές διαστάσεις.

Πρόκειται για μια σύνθετη κατάσταση, η οποία έχει τις ρίζες της στη βίαιη χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση, η οποία συντελέστηκε προ 5ετίας περίπου, ως αποτέλεσμα της αλλαγής στη συναλλακτική σχέση των αγροτών με τις τράπεζες (ειδικά μετά τη συγχώνευση - εκκαθάριση της Αγροτικής Τράπεζας). Σημειωτέον ότι λίγο πριν, δηλαδή στις αρχές της οικονομικής κρίσης, έλαβε χώρα η δραστική μείωση των πιστώσεων από τους προμηθευτές (καταστήματα αγροτικών εφοδίων, εισαγωγείς τρακτέρ και τεχνολογικού εξοπλισμού κ.λ.π.), πράγμα που δυσκόλεψε για καιρό τις χρηματορροές των αγροτικών επιχειρήσεων.

Συντελεστές της αγοράς εκτιμούν ότι οι περισσότεροι αρχηγοί εκμεταλλεύσεων δίνουν αυτό τον καιρό μεγάλο αγώνα για να διατηρήσουν σε καλό επίπεδο την παραγωγική δυνατότητα των μονάδων. Ωστόσο, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, καθώς το οικονομικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνουν στο πεδίο των εσόδων είναι στην καλύτερη περίπτωση σταθερό, ενώ οι υποχρεώσεις συνεχώς διευρύνονται με «έκτακτες δαπάνες», όπως είναι τον τελευταίο καιρό οι απαιτήσεις της ΔΕΗ για την πιστοποίηση της χρήσης του αγροτικού ρεύματος, οι αυξήσεις στα τιμολόγια των ΤΟΕΒ, τα έξοδα για την τήρηση λογιστικών βιβλίων και υποβολή δηλώσεων ΟΣΔΕ κ.α. 

Από πολλές πλευρές εκτιμάται μάλιστα ότι η έλλειψη ρευστότητας και η δυσκολία κάλυψης τρεχουσών υποχρεώσεων, κάνει πολλούς αγρότες να καταφεύγουν για τη διάθεση των προϊόντων τους στην «μαύρη αγορά», έτσι ώστε να αποφύγουν αυτούς που περιμένουν (τράπεζες, εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, ΕΛΓΑ κ.α.) και να βρεθούν, έστω και προσωρινά με «ζεστό χρήμα» στα χέρια τους. Είναι, πάντως, γεγονός ότι η παραοικονομία έχει λάβει εκ νέου ανησυχητικές διαστάσεις και απειλεί να ανατρέψει σε μεγάλο βαθμό και το σχεδιασμό της μεταποιητικής βιομηχανίας, όπου οι ευκαιριακοί και τυχάρπαστοι μεταπράτες δείχνουν να... παίρνουν ξανά κεφάλι.

Την ίδια ώρα η έλλειψη ρευστότητας επιδρά καταλυτικά και στην εξέλιξη των αναπτυξιακών προγραμμάτων του αγροτικού χώρου, όπου αυτοί που θέλουν δεν μπορούν και αυτοί που μπορούν δεν θέλουν να επενδύσουν. Αποτέλεσμα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, μεγάλο μέρος των κοινοτικών πόρων που είναι διαθέσιμοι να καταλήξουν σε «επιτήδειους», οι οποίοι πολύ λίγη σχέση έχουν με την αγροτική παραγωγή ή τελοσπάντων να επιφέρουν κοσμογονικές αλλαγές στη μέχρι σήμερα φυσιογνωμία του αγροτικού χώρου.

Αμφίβολο θεωρείται, επίσης, το κατά πόσο θα δουλέψουν τελικά, όταν με το καλό διαμορφωθούν, τα χρηματοδοτικά εργαλεία που προορίζονται, είτε για την ανακούφιση των μικρομεσαίων αγροτών (π.χ. μικροδάνεια μέχρι 25.000 ευρώ), είτε για τη «συμπλήρωση» της ίδιας συμμετοχής που απαιτείται για τα Σχέδια Βελτίωσης και τα άλλα Μέτρα του ΠΑΑ. Επ' αυτού κάτι αρχίζει να διαφαίνεται και ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής και Κοινοτικών Πόρων Χαράλαμπος Κασίμης, έχει γι' αυτό το θέμα ραντεβού με τις τράπεζες (Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου). Ωστόσο, όπως ο ίδιος δηλώνει στο Agronews, η ολοκλήρωση των διεργασιών και η υπογραφή των σχετικών συμβάσεων με τους συντονιστές των έργων χρηματοδότησης απαιτεί χρόνο και πολύ δύσκολα θα τύχουν εφαρμογής αυτά τα «εργαλεία» πριν από τις αρχές του επομένου έτους.

Τέλος, οι διευθετήσεις για τα «κόκκινα δάνεια» που εξαγγέλλει κάθε τόσο η κυβέρνηση είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζει πληθώρα αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Άλλωστε, όπως τονίζεται από τους έχοντες πραγματική γνώση του αντικειμένου, οι ρυθμίσεις αυτές είτε αναφέρονται σε παλιές υποθέσεις, που οι υπόχρεοι αγρότες είχαν πραγματικά «διαγράψει», όπως τα δάνεια από την παλιά ΑΤΕ, είτε, αφορούν σε ρυθμίσεις οι οποίες, αντιμετωπίζουν προσωρινά ένα από πολλά βάσανα που έχουν αυτό τον καιρό οι διαχειριστές των αγροτικών μονάδων.

Με το μεγάλο θέμα της ρευστότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, οι πολιτικοί αρχηγοί, κατά τις τοποθετήσεις τους στη ΔΕΘ τα δύο τελευταία Σαββατοκύριακα δεν έκριναν σκόπιμο να καταπιαστούν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι... δεν πέρασαν ούτε από μακριά, μιας και το θέμα συνδέεται με τις περιορισμένες δυνατότητες που έχουν σ' αυτή τη φάση οι τράπεζες και με τις ακόμα λιγότερες επιλογές για παροχή εγγυήσεων που έχει στη διάθεσή της η όποια κυβέρνηση. Μ' αυτή την έννοια, οι αγρότες καλούνται να πορευθούν με τα λίγα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, «σφίγγοντας» όσο μπορούν τις δαπάνες και ρίχνοντας στη δουλειά, τα όποια τελευταία αποθέματα αποταμιεύσεων διαθέτουν, συνήθως μέσα από τους λεγόμενους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. 

Πηγή:agronews