Ήπια ανοδικές οι τάσεις για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και τις ελιές στην αγορά της Κορέας, αρχίζει και μαθαίνει τα προϊόντα το κοινό της χώρας

Μικρές αλλά με δυνατότητα αύξησης παραμένουν οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς στην αγορά της Κορέας, σύμφωνα με σχετική έρευνα που εκπόνησε το γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στη Σεούλ. Όπως επισημαίνεται σε αυτήν «στην Κορέα το ελαιόλαδο εξακολουθεί να θεωρείται ως ένα εξωτικό είδος κι όχι ως βασικό τρόφιμο, αντίθετα με την Ελλάδα και τις δυτικές χώρες. Εννοείται ότι η κατάσταση αυτή ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό για τις επιτραπέζιες ελιές. Συνολικά, χάρη στην άποψη που έχει ευρέως εδραιωθεί μεταξύ των Κορεατών για τις ευεργετικές ιδιότητες του ελαιολάδου, αλλά και στη σταδιακή διείσδυση δυτικών καταναλωτικών προτύπων, αναμένεται ότι η κατανάλωση του προϊόντος θα διατηρήσει και στο προσεχές μέλλον την ήπια ανοδική της τάση».

Πιο συγκεκριμένα, τώρα, όπως αναφέρεται στην έρευνα, η αγορά βρώσιμων ελαιολάδων της Κορέας κυριαρχείται κυρίως από το αραβοσιτέλαιο και το σογιέλαιο. Στη Νότιο Κορέα δεν υπάρχει εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου και η κατανάλωση τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισαγωγές.
Οι εισαγωγές ελαιολάδου σημείωσαν ραγδαία άνοδο κατά την περίοδο 2000 - 2005, όταν έφτασαν στο ύψος ρεκόρ των 96,5 εκατ. δολ. ΗΠΑ για το έξτρα παρθένο και των 17,3 εκατ. δολ. ΗΠΑ για τα λοιπά ελαιόλαδα. Έκτοτε σημειώθηκε σταδιακή αποκλιμάκωση με αποτέλεσμα η αξία των εισαγωγών το 2009 να διαμορφωθεί σε 26 εκ. δολ. ΗΠΑ για το έξτρα παρθένο και σε 6 εκ. δολ. ΗΠΑ για τα λοιπά ελαιόλαδα.
Στη συνέχεια παρατηρείται μια σταδιακή -αλλά, προφανώς, πιο βιώσιμη- ανάκαμψη με αποτέλεσμα το 2017 η αξία των εισαγωγών να φτάσει τα 56,8 εκ. δολ. ΗΠΑ για το έξτρα παρθένο και τα 8,9 εκ. δολ. ΗΠΑ για τα λοιπά ελαιόλαδα.
Οι λόγοι που οδήγησαν σε απότομη άνοδο των εισαγωγών ελαιολάδου σχετίζονται κυρίως με την προβολή που δόθηκε στα οφέλη που προκύπτουν για την υγεία από την κατανάλωσή του.
Άλλοι παράγοντες ήταν η αύξηση του αριθμού των δυτικών εστιατορίων και κυρίως των ιταλικών, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και η πραγματοποίηση περισσότερων ταξιδιών στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να καταστεί η κορεατική κοινωνία πιο ανοικτή σε νέες γευστικές εμπειρίες.
Σημαντικό ρόλο στην αγορά έχουν επίσης τα επιχειρηματικά δώρα, όπου βεβαίως η ποιότητα και η πρωτοτυπία της συσκευασίας ενέχουν ρόλο-κλειδί.
Όμως, σημαντικός ανασταλτικός παράγοντας, ο οποίος και οδήγησε στην αποκλιμάκωση των εισαγωγών, είναι η ασυμβατότητά του ελαιολάδου με την κορεατική κουζίνα και διατροφή.
Ως αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης γίνεται από εστιατόρια δυτικής κουζίνας, ενώ η οικιακή κατανάλωση είναι περιορισμένη και απευθύνεται σε πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού.
Στην Κορέα το ελαιόλαδο εξακολουθεί να θεωρείται ως ένα εξωτικό είδος κι όχι ως βασικό τρόφιμο, αντίθετα με την Ελλάδα και τις δυτικές χώρες.
Εννοείται ότι η κατάσταση αυτή ισχύει σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό για τις επιτραπέζιες ελιές.
Συνολικά, χάρη στην άποψη που έχει ευρέως εδραιωθεί μεταξύ των Κορεατών για τις ευεργετικές ιδιότητες του ελαιολάδου, αλλά και στη σταδιακή διείσδυση δυτικών καταναλωτικών προτύπων, αναμένεται ότι η κατανάλωση του προϊόντος θα διατηρήσει και στο προσεχές μέλλον την ήπια ανοδική της τάση.

Ολόκληρη η έρευνα https://www.agrotypos.gr/images/stories/file/korea%20elaiolado.pdf

Πηγή:agrotypos